ἐρωτιδεύς

ἐρωτ-ῐδεύς, έως, ,
A a young Eros : pl.,

ἐρωτιδεῖς Anacreont.25.13

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερωτιδεύς — Μυθολογικό πρόσωπο· ο μικρός Έρως. Η λέξη προέρχεται από τη λέξη έρως και μεταφορικά σημαίνει τον νέο που δείχνει ζήλο στον έρωτα. Στην τέχνη, οι Ε. είναι ζωγραφικές ή γλυπτικές παραστάσεις μικρών Ερώτων, που συνήθως συμπληρώνουν ή πλαισιώνουν το …   Dictionary of Greek

  • ἐρωτιδεῖς — ἐρωτιδεύς a young Eros masc acc pl ἐρωτιδεύς a young Eros masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερωτιδόπουλον — ἐρωτιδόπουλον, τὸ (Μ) [ερωτίδιν] μικρός έρωτας, ερωτιδεύς …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.